ἑτερόπνοοι

ἑτερό-πνοοι αὐλοί, οἱ,
A uneven, double flutes, Anacreont.2B.4 (dub.l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερόπνοοι — ἑτερόπνοοι, οἱ (Α) φρ. «ἑτερόπνοοι αὐλοί» άνισοι αυλοί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πνοοι, πληθ. τού πνοος (< πνοή < πνέω)] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροπνόους — ἑτερόπνοοι uneven masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.